Με χορούς κυκλωτικούς

Υπάρχω ύπαρξη συσσίφεια.
Στρόβιλος ατέρμονος μέχρι το μαύρο,
ν’ανασκαλεύω τα ίδια αδιέξοδα
που από μικρή έχω ντυθεί.
Κλαίγοντας την ίδια φρίκη,
ανασαίνοντας τον ίδιο πόνο,
μασουλώντας το ίδιο το σώψυχό μου τ’άδειο
κάθε γαμημένο πρωί. Κύκλος.


Το είναι μου όλο μια χούφτα χώμα.
Σκόνη που τη γεννά το σώμα μου εκείνο
που από την πρώτη μου στιγμή το ζώθηκα κελί.
Που φυτρώνει από το δέρμα μου,
που ξεπετιέται απ’ την ανάσα μου,
που απ’ τον ιδρώτα του ίδιου μου του κόπου ξεγεννιέται
παραφυλώντας να με λιώσει. Να πάρει σειρά
του επόμενου η κωλοσκόνη. Κι άλλος κύκλος.


Όχι, που νόμισα ότι θα κάνω ντου και θα γλυτώσω!
Κύκλος η ύπαρξή μου, κύκλος κι η καταδίκη μου.

Αρχαία Πτώματα

Πόσο χαριτωμένα σπάζει ένα πόδι;
ή χέρι; ή άλλο κόκκαλο;
Και πόσο τακτικά ξαναχτίζεται
κι αντέχει πέρα από το θάνατο
ν' αγκαλιάζει το κάταγμά του αυτό και να υπάρχει;

Αυτό το λέω για σας τους αγαπητικούς!
Πόσες αγάπες να ξεθάβει τάχα ένας αρχαιολόγος;
ή σκύλος; ή άλλο σκάψιμο;
Και πόσο πιο έυκολα, με δύο λέξεις,
ραγίζει μια αγάπη από 'να παλιοκόκκαλο;

Στον Πατέρα μου

Σου έκλεβα τα τσιγάρα σου τα βράδια που κοιμόσουν.
Το ήξερες;

Τα μεσημέρια φόραγα τις γραββάτες σου
και κοιταζόμουν στον καθρέφτη σου γελώντας.
Έπαιρνα και τη θέση σου στο κρεββάτι
και κοιτούσα τηλεόραση αγκαλιά με ‘κείνο
το μελάτο μαξιλάρι σου που μύριζε
ανάπαυλα και τελευταία ροφηξιά ημέρας.
Περίμενα με χαρά πότε θα λείπεις
για να κρατώ εγώ την κεντρική του καναπέ ισχύ
και ναν’ δικό μου όλο το πιλοτήριο της δειλινής αναψυχής.

Τώρα,
μ’ όλη την άνεση να ξαπλώνω στους καναπέδες
κρατώντας τις χειριστήριες επιλογές δικές μου
σκέφτομαι τί καλά νά ‘μενα από τσιγάρα ένα βράδυ,
και ζωσμένη τη γαλάζια σου ανοχή γραββάτα,
να ‘ρχόμουν να σου κλέψω κανα δυο...

Αποξένωση

Δεν έχω μάνα πατέρα παιδί αδέλφια.
Είχα.
Τα παράτησα.
Για να γυρίσω τάχα επιτυχημένη
φορώντας στο λαιμό τις πληρωμές,
ιδρώτες πελατών απ’ τα μπουρδέλα,
και χαμόγελα ναρκωτικά σκουλαρίκια
τριγύρω στα βλέφαρα να τυφλώνομαι πρώτη εγώ
και να μη θυμάμαι
να γουστάρω.
Για να μπορούμε έτσι μαζί και καλύτερα χώρια.

Τούτη τη σαπίλα δεδουλευμένη κι ακριβοπληρωμένη,
μ’όλο τον φόβο της πολυβόλου μοναξιάς,
τη δώρισα με κόκκινη καλλυντική κορδέλα
στον πυρήνα που με πέταξε απροσάρμοστο νόθο
και τώρα δεν τους βλέπω.

Με τί μάτια να σε δω πατέρα;
Με τί χερια να σε πάρω αγκαλιά παιδί μου;
Με τί ανάστημα ν’ανέβω τα σκαλιά
της σφουγγαρίστρας σου μανούλα;

Και στα πιο ψηλά
και στα πιο χαμηλά κουφώματα
βρίσκει η καρδιά μου.
Και το κεφάλι μου λιωμένο
σε μια βαθιά υπόκλιση κωλοφεράντζα,
να χάσκει το τρύπιο μου,
βρίσκει παντού.
Σε ταβάνια φιλιά υποχρεώσεις και ψέμματα.

Για να γίνω σαν και σας
όπως σας νόμισα.
Αλλά είχα αγοράσει χαλασμένο φιλμ φωτογραφίας καραμέλα
απ’ το περίπτερο που τό ‘χε δει ήδη πολλά καντάρια παραμόρφωση
και χάθηκα στον δρόμο, ή στη σελήνη γυαλιστερή πόρτα ορθάκλειστη,
ή στα μαγνητικά νέον που εκπέμπουν οι βιτρίνες.

Για να γίνω αλλιώτικη όπως νόμισα.
Για να έχω κάτι παραπάνω.
Για να μπορώ κάτι περισσότερο.
Για να αξίζω μιαν υπεραξία πιο γαλανή
να μη λυπάμαι που ποτέ δεν είδα κόκκινο.

Για να παίξουμε μαζί το μόνο παιχνίδι που μου μάθατε
με τις διακρίσεις να σφίγγουν τους καρπούς μου χειροπέδες
και τις πολυτελείς μου αξιώσεις
να με γαμάνε αλύπητα στο στέρνο.

....και πουλήθηκα μάνα....
Με το ίδιο πωλητήριο. Το δικό μας λέω. Το οικογενειακό μας.

Για να μάθω καλά την τέχνη σου
να τρώω το κενό μου σουβλάκι στο κρεββάτι
κοιτώντας παραπληροφόρηση πισωκολλητό ως τις έντεκα
κι ύστερα να το βάζω στην πόρτα να διώχνει τα όνειρα.

Μονο τέτοια φετίχ έμαθα να παίζω
κερδίζοντας παρτίδες αδιάκοπες μέχρι να σε σκίσω
στο παιχνίδι σου το ίδιο και να μείνω ανάπηρη και να μή σ’ έχω.

Με τι μάτια νά ‘ρθω να σ’ αγκαλιάσω, τώρα
που τα πούλησα και πήρα κάλτσες δίχτυα των βημάτων μου
να δένουν την τιμή μου στο κατάρτι του κέρδους;

Δεν έχω μάνα
πατέρα παιδί αδελφή αδελφό
Αδελφέ...

Κλοπιμαία

"Μωρά που κλαίνε στις κώχες των ματιών οι θλίψεις "

[...]

"Και όσο θα σας μιλώ
τα μάτια μου θα είναι η αλήθεια των χεριών μου."

Από το Εύκολες Μαργαρίτες της Ιωάννας Γ., http://iwannagkarosi.blogspot.com/

Γιατί είμαστε και στην ενοχή και στην θλίψη
και στον τραυματισμό αυτόχειρες

Δήμια μοίρα

Δεν κατάλαβα πώς ακριβώς εξαϋλώθηκε
ολόκληρο προσχεδιασμένο μέλλον.
Από μια τυχαία συγκυρία ξεκινάνε πάντοτε τα δράματα.
Όχι ότι έχει ανάγκη από συνθήκες το μοιραίο,
δεν συνθηκολογούν οι δήμιοι.
Οι δήμιοι εκτελούν.
Όνειρα, ελπίδες, μέρες...
Ώσπου να μείνουμε σωστά κουφάρια
έτοιμα για συγκομιδή.

Νέα περί του θανάτου της Βαγδάτης, στην οδό Εθν. Απελευθέρωσης, την 31η Δεκεμβρίου 2006.

Είναι δυνατοί οι Σωτήρες μας.
Δυνατοί και ακατάπαυστοι
Σαν τους χτύπους της καρδιάς μας
Σαν τον κρότο των όπλων τους τη νύχτα

Μας σώζουν
Από τη φρίκη των τυράννων μας
Από τη φοβέρα της θρησκείας μας
Από τον σκοτεινό λαβύρινθο της σκέψης μας.

Μας απελευθερώνουν
Απο το μαρτύριο της ελευθερίας
Που είναι βάρος ασήκωτο ευθύνης
Στους ώμους των σκλαβωμένων μας κορμιών

Εξαγνίζουν
Το χυμένο αίμα
Των αδικοσκοτωμένων αδελφών μας
Με νέους φόνους. Δίκαιους.

Αποκαθιστούν την τάξη
Με τα ακάθεκτα στερρά τσεκούρια τους
Που δεν παύουν αν δε δουν αίμα στα μάτια των παιδιών
Που δεν ξαποσταίνουν αν δεν γευτούν ικεσία στο χώμα των αυλών
Που δεν χορταίνουν αν δε νιώσουν παράλυση στο μπράτσο της αγχόνης.

Κι έτσι υπάρχουμε ανέμελοι πια και ασφαλείς
Στη σκια των λυτρωτών μας.

Τοκογλύφος Ενοχή

Ποτέ ως τώρα δε με λυπήθηκε
να αφήσει τους φόβους μου ανεκπλήρωτους
και τις ελπίδες μου αχρέωτες.
Είναι αναπόφευκτα συνεπής η τοκογλύφος ενοχή μου.
Απανταχού επιβλέπουσα μεγάλη αδελφή,
προσημειώνει μία μία τις ευθυμίες μου.
Νά'ναι ακριβές το μερίδιο της χαράς
που θα σφραγίσει όταν θα έρθει η ώρα.
Της προσκομίζω τους τόκους των στιγμών μου,
κι αυτές πια, στείρες μανάδες τιμωρίες,
σουλατσαίρνουν σε ενθύμια και φωτογραφίες.
Ό, τι κι αν της πληρώσω γυρίζει πίσω
συναλαγματική αδειασείστου αμφιβολίας.
Αχόρταγη εξαϋλώνει με την ίδια μου την επιμονή
κάθε νύχτα έναν λόγο ύπαρξης οψίφυγο,
αλγοριθμώντας τον σε κάποια λογική επιταγή.
Εκδικούμενη φαντάζομαι και τις δικές της επενδύσεις
που δεν ολοκληρώθηκαν να γίνουν πένθη ενήλικα.

Δεν ξέρει πως τα διψώ πια
τα διαμαρτυρημένα της δαγκώματα.
Πως πια την περιμένω
να διεκδικήσει τις αποναρκωμένες ώρες μου .
Είναι μεγάλη παρηγόρια η καταδίωξή της.
Όπως όλοι οι πόνοι που νομίζουμε πως μας γλυτώνουν απ' τη λήθη.

Όπως Κοιμάσαι

Σατισμένη η στιγμή ακινητοποιείται σαν να πιάστηκε σε
δίχτυα φωτογραφικού φακού. Ο τοίχος την ακολουθεί,
αφοπλισμένος κι αυτός, υποχωρώντας σε μια βαθιά
υπόκλιση. Το φως σκοντάφτει στα πιο ψηλά κυρτά και
στις κορφές και κοκκαλώνει- μάτια ζαρκάδια εθνικής οδού.
Τίποτε δεν κινείται. Όλα
- κι η επιφύλαξη ακόμη-
στημένα σ' επιφυλακή.


Λογικό.
Πού ακούστηκε να κοιμούνται οι άγγελοι
στα χέρια των ανθρώπων;

Λαβύρινθος

Της απουσίας τα δύο άκρα εν χορώ...
Άκρες του μίτου σου, Αριάδνη, που εκκρεμούν.
Ίδια φορτία, ίδιο βάρος,
κοινή η θλίψη της απώθησης που τες βαραίνει.

Οι πόλοι κοινωνούν νυκτίως
με σιωπηλές φωνές ηλεκτρικές
και λογιών απρόσωπα πλήκτρα.

Η μόνη που θυμάμαι μυρωδιά
είναι στην πίκρα του τελευταίου μου τσιγάρου.
Η μόνη γεύση ένα αντίο αρμυρό
ίδρως απόκοσμος μιας μάνας παρουσίας που απέπνευσε.
Απόμακρη της ελπίδας η ακατέργαστη κραυγή.

Καλύτερα να μας άφηνες
να χαθούμε απ' την αρχή, Κυρά,
παρά που με τέτοιες ανεκλπήρωτες ελπίδες μας βασάνισες.

Του ΑΜ

Το ποίημα αυτό το έγραψε κάποιος άλλος όχι εγώ. Είχα την τύχη να το διαβάσω απόψε. Είναι σε πολύ αρχικό στάδιο ακόμη αλλά μου άρεσε πολύ η συνειρμική κλωστή του κι έτσι το παραθέττω:

48

Περίεργο πράγμα!
Πιάσαμε τα δύο άκρα και τα 'χουμε ξεχειλώσει
Απο τη μια η απουσία-απο την άλλη, ξανά η απουσία!

Περίεργο πράγμα!
Δεν είναι καλό ή κακό -είναι απλά περίεργο...
Μα μέσα στην αμφιβολία του-γιατί φυσάει στραβά;
Να τος και ο Κρόνος ήρθε να μας το δείξει-
Το δις σοφέ μου άμοιρε τι σου ρθε να το κάνεις;

Συγνώμη κε Shroedinger μα δεν ξέρω τι κάνει η γάτα...

ΠΧ ετών 62

Πέτρινο λιόγερμα γυρνά πεισματικά την πλάτη
συλλογώντας το υπερπέραν.
Η καταδίκη του να πατά με τα καπούλια
μικρή πράσινη χαράδρα περασμένα τα εξήντα
-λίγο μετά το άνθος της ηλικίας της.

Μικρή πράσινη χαράδρα εξήντα δυο χρονώ.
Να μπορούσα να σε υιοθετήσω μάνα.
Να σε στείλω στο βράχο να θηλάσεις Καρυάτιδες.
Να σε στείλω στο λόφο να χωρίσεις ντουβάρια.

Και κουρασμένη μια Κυριακή του καθισιού
ν’ απλωθείς στον πρόναο Βασιλικής με τρούλο.

Να μάθεις τον πιστό Άμισο και Μυκήνες.
Να μάθεις τον αυλόγυρο βρούβα και σάψυχο
και το χορτάρι ασπάλαθο, άψινθο, μοσχοκάρφι.

Με θυγατέρες κίονες κι εγγόνια σου τις νύμφες
μικρή πράσινη χαράδρα μητέρα των ετών
με το μουρμουρητό νανούρισμά σου

να γεφυρώνεις ανθρώπων χαλάσματα.

Αυτόχειρ

Ο Καρυωτάκης
Αυτόχειρας στην Πρέβεζα
-ιδανικός ή όχι-
γλύτωσε κάπως τη φθορά τουλάχιστον.

Εγώ ανίκανη
για τέτοιες πράξεις θαρραλέες
την κοιτώ κάθε πρωί κατάματα.

Πώς δε βαστά η ψυχή
να μη βαστούν τα πόδια.
Να ‘χε φιλότιμο κι ο χρόνος
θα κούρδιζε την ώρα

αρχύτερα…

Απόδημος ο Έλλην

Πολύ παραπονεμένο το τελευταίο γράμμα σου.
Σας έχει παρατημένους, λες, η μάνα σας πατρίδα.

Δέκα χρόνια πεθαμένος ο πατέρας σου
καντήλι από το χέρι σου δεν είδε.
Για τη μάνα σου να μη φοβάσαι,
εκείνη δεν ξεχνάει.
Εσύ θέλει να τη θυμηθείς.
Το ‘χει καημό να δει τον έγγονά της.
Να τον πάρει στο γόνα, λέει, κι ας πεθάνει.

Ο Σύλλογος μαζεύει παλιοπράματα
- θα κάνουν λαογραφικό.
Δώσαμε τη ρόκα της γιαγιάς σου.

Δε βαριέσαι! Ποιος θυμάται τη γριά
και ποιος τη ρόκα της….

Το κτήμα πουλήθηκε όπως παρήγγειλες.
Στη θέση του σπιτιού θα μπει ξενοδοχείο.
Μα ποιος το θυμάται τούτο το νησί;

Για την πατρίδα δεν ξέρω να σου πω,
αυτά είναι ζητήματα δικά σας.

Για ό,τι άλλο θέλεις γράψε.

Άλφα

Κι έτσι τελείωσα-
κι έτσι τελειώσαμε.
Δεν το κατάλαβα το πώς
- μη με ρωτήσεις...

Από μια σπόντα
ένα τίναγμα αγάπης γιοματάρι
που δε θελήσαμε να το κρατήσουμε στον ώμο

...ή από μια δαγκωματιά φιδιού
σ' ενός μας κόρφο;

Δεν το μπορώ να σ' αγαπώ και να μη φταίω
-δεν το μπορώ να σ αγαπώ...

Έτσι τελειώσαμε-
ο κόσμος όλος γκρίζος για να μοιάζω,
κι όπως φωτίζω την ψυχή σου σκοτεινιάζω.

΄Ατιτλο

Η ουσία βράστηκε σιρόπι δεόντως περιχυμένου μπακλαβά
Η γωνία το εμβλημά μας!!!
Κάνεις να την δαγκώσεις και πασαλίβεσαι...
Ηρθε κι η Κουλτούρα
να κανει καριέρα στο παλκοσένικο τραγουδώντας τσιφτετέλια
Για περαστεεεεε!!!

Κι όμως η μόδα δεν ειναι αυτοσκοπός
–αλλάξανε τα πλάνα της.
‘Εχει γινει κονσοματζού στην εθνική και τα μαζεύει...
Ας όψεται ο εφευρέτης της σόμπας πού ‘φτιαξε το μπουρί.

«Το χαβαλέ δεν είναι μόνο φασαρία»
Ούτε το Χίλτον εγινε φοιτητική εστία
αλλά δεν το παρατήρησε κανείς...

Μπαγάσα ανθρωπάκο
Έκανες τη χολή σου άρωμα και την πουλάς τοις μετρητοίς!!!!

33 στροφές

Πάνω στο ποίημα 33 Στροφές του Αλέξη Σταμάτη

33 στροφές γυρίζω
και ηχώ το φιλί σου ένα κοκκάλινο σμάλτο

Η πλάι μου ανάσα η πιο βαθιά
ανοίγει θρύψαλα το σώμα
και στάζει κάπου χούφτες νιότη.

Μεμιάς η ηλικία φανερώνεται
και φωτιά, πολλή φωτιά...
Ψυχής απόπλους ένα κατακαλόκαιρο.

33 ζεϊμπέκικες στροφές
και μια δεκαετία απωλεσθείσα
να ταράζει το βαλτωμένο μου

Ανάστατα τα χάδια στροβιλίζουν το μυαλό
Ανάστατα τα μάτια- απ'τον πάτο της εικόνας
22 χρονιές με σημαδεύουν

Η πλαγινή σου ανάγκη
βελόνα στροφομέτρησης
δαγκώνει το λαιμό της λογικής...

Ομολογία

Δεν είμαι ούτε της ποίησης ούτε του έρωτα.
Της ζωής είμαι λιγοστάκι και φοβάμαι...

Ακολουθώντας τη φυγή

...κι εγώ η άδεια η λίγη
νόμισα πως το καταφύγιο
θά 'ναι ο έρωτας
είτε και η νιότη
όταν τα βρήκα
το πρωί στο μαξιλάρι μου
μαζί τα δυό
κλειστά στο μονοκοτυλήδονό τους
τί απελπισία τότε
να καταλάβω - αργά-
πως δεν τ'αντέχει αυτά
το τζούφιο μου κουφάρι...

Τραυλίσματα

Και τώρα τί κάνουμε;

Έζησε η μάνα... δόξα Σου μεγάλη!
Μόνο που δεν μου είπες
πώς τώρα να πλεύσω
με τόση λίγη που μου άφησες ψυχή.

Να 'ταν κι ο γιαλός λίγο στραβός
τουλάχιστον- να μην ντρεπόμουνα
το λίγο που ξανοίχτηκε
από του βάθους μου τ'απέραντο κενό.

Στο από πριν έτσι που χάθηκα
δεν έχει δρόμο για μισεμό.
Στραβά αρμενίζω- έχεις Εσύ...
Μονάχα εγώ δεν έχω...

Απ'έξω καρυδότσουφλα και μέσα
τσίχλες μέντα πλαστική και λίγο χιόνι...
Ό,τι έμεινε για να θυμίζει
πως ήμουνα κι εγώ παιδί-

το μυστικό μου ενός ανθρώπου
που γεννήθηκε και ξέχασε να ζήσει.
Καλή της σιωπής Σου η νηνεμία
αλλά στείλε και κανένα μικροπρόβλημα,
έτσι για φάρο...

...ΚΙ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ...